Η εξάρτηση από το πετρέλαιο, ο στόχος των «μηδενικών εκπομπών» και το κόστος της «πράσινης μετάβασης»

energypress.gr

Η «πράσινη μετάβαση» είναι μία από τις λέξεις-κλειδιά της εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ευρώπη το Ταμείο Ανάκαμψης κατεξοχήν αποσκοπεί στο να χρηματοδοτήσει τις διαδικασίες απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Και αυτό δεν σημαίνει μόνο τον γαιάνθρακα και τον λιγνίτη αλλά και το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Άλλωστε, χωρίς ριζική μείωση και μηδενισμό των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή το 2050 σημαντικό μέρος του πλανήτη θα είναι απλώς αβίωτο, με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος.

Όμως, την ίδια στιγμή υπάρχει το ανοιχτό ζήτημα τι θα γίνει με τις χώρες που η οικονομία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ενεργειακό τομέα και ιδίως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Αυτές είναι αντιμέτωπες με μια τεράστια πρόκληση, υπαρξιακών σχεδόν διαστάσεων και ο τρόπος που θα καλυφθεί το κόστος της μετάβασης δεν θα έχει μόνο οικονομικό αλλά και γεωπολιτικό αντίκτυπο.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας και το σχέδιο για μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050

Πρόσφατα ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έδωσε στη δημοσιότητα μια έκθεση που είναι ταυτόχρονα και οδικός χάρτης για τον μηδενισμό των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου μέχρι το 2050.

Η έκθεση εκτιμά ότι παρότι οι δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει μέχρι τώρα τα κράτη αφορούν το 70% των παγκόσμιων εκπομπών μέχρι το 2050, εντούτοις αυτό αφήνει περιθώριο για εκπομπές 22 δισεκατομμυρίων τόνων CO2 το 2050. Εάν συμβεί αυτό, τότε το 2100 θα έχουμε μια αύξηση της μέσης θερμοκρασίας περίπου 2,1 οC.

Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται μια πολύ μεγαλύτερη ετήσια αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ανανεωνόμενες πηγές –630GW ετησίως επιπλέον ενέργεια από φωτοβολταϊκά  μέχρι το 2030 και 390 GW από ανεμογεννήτριες. Σημαίνει επίσης οι πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων μέχρι το 2030 να αυξηθούν παγκοσμίως από 5% των συνολικών σε 60%. Σημαίνει ακόμη να γίνει εφικτό μέχρι το 2030 η συνολική ενεργειακή ζήτηση να μειωθεί κατά 8%, την ώρα που η οικονομία θα έχει διπλασιαστεί και ο παγκόσμιος πληθυσμός θα έχει αυξηθεί κατά δύο δισεκατομμύρια.

Αυτό σημαίνει ότι ενώ σήμερα τα ορυκτά καύσιμα αντιπροσωπεύουν τα τέσσερα πέμπτα της συνολικής προσφοράς ενέργειας, το 2050 πρέπει να είναι το ένα πέμπτο και αυτό είτε κλάδους όπου τα ορυκτά καύσιμα ενσωματώνονται στο προϊόν, όπως είναι τα πλαστικά ή δεν υπάρχουν τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών. Όλα αυτά απαιτούν μια συνολική επένδυση στον τομέα της ενέργειας που θα φτάσει τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2030.

Και όλα αυτά σημαίνουν πολύ μεγάλες μειώσεις στη χρήση ορυκτών καυσίμων:

– Να μην εγκριθούν νέα σχέδια για εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, πέραν όσων είναι αποφασισμένα το 2021, και κανένα νέο ορυχείο γαιάνθρακα ή επέκταση υπάρχοντος ορυχείου.

– Να μειωθεί η ζήτηση για άνθρακα κατά 90%,

– Να μειωθεί η ζήτηση για φυσικό αέριο κατά 55% και για πετρέλαιο κατά 75%.

Οι χώρες που ζουν από το πετρέλαιο

Με βάση τα στοιχεία του 2018, ένας σημαντικός αριθμός χωρών έχει το πετρέλαιο (και το φυσικό αέριο) ως βασικό πόρο. Αυτό φαίνεται από τα ακόλουθα στοιχεία:

Η Δημοκρατία του Κονγκό έχει έσοδα από το πετρέλαιο που φτάνουν το 49,96% του ΑΕΠ. Το Ιράκ το 45,39% του ΑΕΠ. Το Κουβέιτ 42,46%. Η Λιβύη 42,43%. Η Σαουδική Αραβία 28,71%. Το Ομάν 26,86%. Η Ανγκόλα 25,62%. Το Αζερμπαϊτζάν 25,28% (και 3,8% από το φυσικό αέριο). Η Ισημερινή Γουινέα 25,13% (και 7,07% από το φυσικό αέριο). Η Γκαμπόν 20,35%. Το Κατάρ 16,59% όσο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η Αλγερία έχει 15,77% (και 3,11% από το φυσικό αέριο). Η Ρωσία 10% και (3,7% από το φυσικό αέριο). Το Καζακστάν 15,56% (και 1,66% από φυσικό αέριο). Το Τουρκμενιστάν 7,05% (και 17,62% από το φυσικό αέριο). Η Νιγηρία 9,03% (και 1,425 από το φυσικό αέριο). 

Το μεγάλο κόστος της μετάβασης

Και βέβαια δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι σε αρκετές περιπτώσεις το πετρέλαιο δεν αντιπροσωπεύει απλώς σημαντικό μέρος της οικονομίας αλλά και ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό των δημοσίων εσόδων. Στο Ιράκ, που τα δημόσια έσοδα προέρχονται σε ποσοστό 90% από το πετρέλαιο και όπου το υπουργείο Οικονομικών ξοδεύει το 45% των εσόδων σε μισθούς και συντάξεις, η περσινή μεγάλη μείωση των τιμών του πετρελαίου εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας οδήγησε σχεδόν σε στάση πληρωμών με την ιρακινή κυβέρνηση να σπεύδει να δανειστεί από τις τράπεζες της χώρας.

Το παράδειγμα του Ιράκ είναι απλώς ένα από πολλά. Η Παγκόσμια Τράπεζα σε πρόσφατη έκθεσή της εκτιμά ότι χώρα όπως το Ιράκ ή Λιβύη είναι εξαιρετικά ευάλωτες στη μείωση της ζήτησης για ορυκτά καύσιμα, κυρίως γιατί μακροχρόνιες πολεμικές περιπέτειες έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος της υπόλοιπης βιομηχανικής υποδομής. Χώρες όπως η Ισημερινή Γουινέα, η Νιγηρία και η Βενεζουέλα επίσης θα δεχτούν πολύ μεγάλο πλήγμα την ώρα που έχουν ήδη σημαντικές αδυναμίας. Άλλες χώρες θα επιδείξουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, όμως έχουν σημαντική εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, π.χ. το Αζερμπαϊτζάν ή το Καζακστάν. Οι χώρες του Περσικού Κόλπου από την άλλη συνδυάζουν μεγάλη εξάρτηση από το πετρέλαιο και ισχυρή ανθεκτικότητα.

Η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία, που είναι η δεύτερη και η τρίτη πετρελαιοπαραγωγές χώρες  αντίστοιχα, έχουν σημαντικότατη εξάρτηση από το πετρέλαιο, όμως την ίδια στιγμή έχουν οικονομίες που έχουν σημαντικό βάθος και είναι διαφοροποιημένος σε αρκετό βαθμό ώστε να μπορούν να αντέξουν τη σχετική μετάβαση. Το ίδιο ισχύει, πολύ περισσότερο και για τις ΗΠΑ που το 2020 ήταν η πρώτη χώρα παγκοσμίως στην παραγωγή πετρελαίου, όμως την ίδια στιγμή η βαρύτητά του ως κλάδου είναι πολύ μικρότερη άλλων χωρών, εξαιτίας του συνολικού μεγέθους της αμερικανικής οικονομίας (χωρίς αυτό να μειώνει την πολιτική βαρύτητα του εξορυκτικού κλάδου όπως φάνηκε και στην περίοδο της διακυβέρνησης Τραμπ). 

Το πρόβλημα με την αυξανόμενη ζήτηση για πετρέλαιο

Ωστόσο, υπάρχουν και χώρες όπου η ζήτηση για πετρέλαιο παραμένει ισχυρή. Αυτό αφορά οικονομίες που η ανάπτυξή τους σημαίνει και αυξημένη ενεργειακή κατανάλωση. Μια έκθεση του 2019 του Διεθνούς Οργανισμούς Ενέργειας μιλά για ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση ενέργειας περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού. Μάλιστα, εκτιμά ότι περίπου τα 2/3 της αύξησης της ζήτησης ενέργειας παγκοσμίως θα έρθουν από αυτή την περιοχή. Μάλιστα, ως προς το φυσικό αέριο αναμένεται ότι μέχρι το 2040 το 85% του παγκόσμιου εμπορίου φυσικού αερίου θα αφορά αυτή την περιοχή. Η Κίνα αναμένεται το 2040 να εισάγει 9,3 εκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο την ημέρα και να έχει γίνει  χώρα με τις μεγαλύτερες εισαγωγές φυσικού αερίου.

Αυτή η εικόνα μιας αυξανόμενης ζήτησης εν μέσω της πίεσης για μείωση της κατανάλωσης μπορεί να εξηγήσει και γιατί υπάρχουν εκτιμήσεις ότι αυτή τη στιγμή οι κρατικές εταιρείες στο χώρο της ενέργειας παγκοσμίως ετοιμάζονται να ξοδέψουν 1,9 τρισεκατομμύρια δολάρια για νέες επενδύσεις στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μέχρι το 2030. Γι’ αυτό και χώρες όπως η Γουιάνα αντιμετωπίζουν την προοπτική ως εξορύξεων ως την έξοδο από τη φτώχεια.

Οι χώρες που αντιδρούν

Σε αυτό το φόντο έχει μεγάλο ενδιαφέρον ποιες χώρες αντιδρούν σήμερα στα σχέδια για μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050. Αυτές είναι χώρες που είτε επενδύουν στις εξορύξεις είτε παραμένουν εξαρτημένες από ορυκτά καύσιμα.

Η Αυστραλία για παράδειγμα αντέδρασε στην έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι προηγούμενες εκθέσεις έδιναν μεγαλύτερο ρόλο στον γαιάνθρακα, που είναι ένα από τα προϊόντα της Αυστραλίας, και επιμένοντας ότι η ανάπτυξη στην Αυστραλία θα διατηρήσει ένα συνδυασμό ανάμεσα στον άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Η Αυστραλία υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις τεχνολογίες σύλληψης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, αντί για τόσο μεγάλες μειώσεις στην κατανάλωση ορυκτών καυσίμων.

Η Νορβηγία επίσης εξέφρασε αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και να σταματούσε τις εξορύξεις δεν θα άλλαζαν πολλά πράγματα παγκοσμίως.

Την αντίρρησή της με μέρος της έκθεσης εξέφρασε και η Ιαπωνική κυβέρνηση. Η Ιαπωνία έχει αποδεχθεί το στόχο για μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050 και έχει συνυπογράψει την έκκληση των υπουργών Περιβάλλοντος των G7 να σταματήσουν τις κρατικές επενδύσεις σε σχέδια για νέα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας με χρήση άνθρακα εκτός των συνόρων τους, όμως, δυσκολεύεται να επεκτείνει τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, μετά από το ατύχημα στη Φουκουσίμα και έχει ένα ορεινό ανάγλυφο που δεν διευκολύνει τις ΑΠΕ.

Την αντίρρησή τους στις συστάσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας κατέθεσαν, όπως ήταν αναμενόμενο και όλοι οι εκπρόσωποι των διεθνών ενώσεων του χώρου της ενέργειας που σχετίζονται με τα ορυκτά καύσιμα –πυρηνική ενέργεια, φυσικό αέριο, γαιάνθρακα– όπως και οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου.

(του Παναγιώτη Σωτήρη, in.gr)