Η πανδημία επιδείνωσε την κατάσταση, αλλά τα προβλήματα στον κλάδο πετρελαιοειδών είναι πιο βαθιά – Γιάννης Αληγιζάκης

Στον χώρο της ενέργειας, έναν από τους σημαντικότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας, πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια  σημαντικός αριθμός μεγάλων επενδύσεων και έργων υποδομής, τα οποία συνέβαλαν στη σταδιακή ανάκαμψη της Εθνικής Οικονομίας, μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση που έπληξε την χώρα μας.

Η πανδημία του COVID-19, η οποία μετατρέπεται σε μια άνευ προηγούμενου οικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο, επηρεάζει άμεσα και έμμεσα τον ενεργειακό τομέα.

Οι πρώτες ενδείξεις είναι δυσμενείς για την αγορά του πετρελαίου, λόγω της παρατεταμένης πτώσης των τιμών και της περιορισμένης ζήτησης.

Κάνοντας το ισοζύγιο από τις παραπάνω εξελίξεις, εκτιμώ ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επηρεαστεί εν πρώτοις, θετικά, σε όρους κόστους από την διαρκή πτώση των τιμών αλλά αρνητικά από τη μειωμένη ζήτηση.

Η μειωμένη ζήτηση θα δημιουργήσει σημαντική μείωση στα δημοσιονομικά έσοδα του Κράτους (μόνο τον Μάρτιο, το Κράτος απώλεσε περίπου 60.000.000 € από τις μειωμένες πωλήσεις υγρών καυσίμων), αλλά συγχρόνως, θα επιβαρύνει σημαντικά την κατάσταση των Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών και ενδεχομένως να απειλήσει και τη βιωσιμότητα κάποιων μικρών εταιριών.

Στην πρώτη φάση της πανδημίας, ο στόχος του Κλάδου ήταν η διαφύλαξη της υγείας και της ασφάλειας όλων των εργαζομένων, η εύρυθμη λειτουργία με όρους και διαδικασίες πρωτόγνωρες για τις επιχειρήσεις του κλάδου, ο απρόσκοπτος εφοδιασμός της αγοράς, αλλά και η διαχείριση της σημαντικής απώλειας εσόδων από τη μεγάλη μείωση των πωλήσεων στις βενζίνες και το πετρέλαιο κίνησης.

Εκτιμώ ότι όλοι οι στόχοι της α΄ φάσης επιτεύχθηκαν.

Ακόμα και η μεγάλη μείωση των πωλήσεων στα καύσιμα κίνησης, εξισορροπήθηκε σε ένα μεγάλο βαθμό από την τεράστια αύξηση των πωλήσεων του πετρελαίου θέρμανσης, η οποία οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά σε αποταμιευτικούς λόγους και πολύ λιγότερο σε κάλυψη πραγματικής ανάγκης του καταναλωτή.

Οι ιδιαίτερα χαμηλές τιμές πετρελαίου θέρμανσης, οι οποίες οφείλονται τόσο στη διαμάχη του OPEC με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ, όσο και στην πανδημία, ώθησαν τους καταναλωτές να αποθηκεύσουν μεγάλες ποσότητες, οι οποίες θα καλύψουν τις ανάγκες τους, της χειμερινής περιόδου. Κάτι που σημαίνει ότι οι πωλήσεις αυτές θα λείψουν από τις Εταιρίες τον επόμενο χειμώνα.

Τα περιοριστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν και τα οποία ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικά για την διαχείριση των υγειονομικών κινδύνων της πανδημίας, επηρέασαν δραματικά τις πωλήσεις των καυσίμων κίνησης.

Συνολικά, στο διάστημα Μαρτίου έως τέλος Μαϊου, οι βενζίνες υποχωρούν 42% και το πετρέλαιο κίνησης 20%. Η μεγάλη αύξηση των πωλήσεων του πετρελαίου θέρμανσης, που ξεπέρασε το 170%, συνέβαλε ώστε ο κλάδος να μπορέσει να διαχειριστεί την κρίση αυτή, χωρίς μεγάλες απώλειες.

Τα ουσιαστικά προβλήματα του κλάδου, ξεκινάνε την «επόμενη ημέρα»

Μια «επόμενη ημέρα» της οποίας η διάρκεια και η ένταση τη κρίσης, θα εξαρτηθεί σχεδόν αποκλειστικά από την πορεία του ιού, αλλά και από τις αλλαγές στην συμπεριφορά των Πολιτών. Είτε των καταναλωτών, είτε των εργαζομένων.

Δεν γνωρίζουμε σήμερα την εξέλιξη στην φετινή τουριστική περίοδο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να κινηθεί σε επίπεδα υψηλότερα του 20% της περσινής περιόδου, κάτι που θα επηρεάσει σημαντικά την πορεία των πωλήσεων μας, αν λάβει κάποιος υπόψιν το πλήθος των επιχειρήσεων, που κινούνται πέριξ του τουρισμού.

Η τηλεργασία και η πρόθεση των επιχειρήσεων και του Κράτους να την ενθαρρύνουν, αναμένεται να έχει επιπτώσεις στην κατανάλωση καυσίμων. Στο αντίποδα, ο φόβος για τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, η απαγόρευση των πτήσεων, τα ιδιαίτερα δύσκολα και σύνθετα πρωτόκολλα ασφάλειας στα πλοία, καθιστούν το αυτοκίνητο σαν το πλέον ασφαλές μεταφορικό μέσον, κάτι που όπως ήδη δείχνουν οι πρώτες εκτιμήσεις, επηρεάζουν πολύ θετικά τις πωλήσεις στις βενζίνες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βενζίνες, από το -65% τον Μάρτιο, κινούνται σήμερα στο -20%. Όλα τα παραπάνω και συγχρόνως η αβεβαιότητα για το αν υπάρξει δεύτερο κύμα πανδημίας, καθιστούν οποιαδήποτε πρόβλεψη για την πορεία της αγοράς, ιδιαίτερα ανασφαλή και αβέβαιη.

Ανεξάρτητα από την πανδημία, ο κλάδος έχει να αντιμετωπίσει καίρια ζητήματα για την ανάπτυξη του αλλά και την επιβίωση του

Το ενεργειακό «τοπίο» στην Ελλάδα, εξελίσσεται με πολύ ραγδαίους ρυθμούς. Θα απαιτηθούν μεγάλες και κοστοβόρες επενδύσεις, για την ασφαλή μετάβαση στο «νέο τοπίο».

Με τις σημερινές ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες, τίθεται το ερώτημα της δυνατότητας, εκ μέρους των εταιριών του κλάδου, να χρηματοδοτήσουν τις τόσο απαραίτητες για το μέλλον τους, επενδύσεις.

Το ζήτημα της παραβατικότητας, το οποίο δεν έχει επιλυθεί και δυσχεραίνει την υγιή λειτουργία του κλάδου, αλλά και των πρατηρίων, είναι επίσης μια σημαντική εκκρεμότητα.

Εκκρεμεί η πλήρης λειτουργία του συστήματος εισροών – εκροών. Υπάρχει το έλλειμα συντονισμού όλων των εμπλεκόμενων φορέων, ο πλημμελής έλεγχος στα πρατήρια για εντοπισμό παραβατικών συμπεριφορών.

Ο ΣΕΕΠΕ έχει κάνει μια σειρά προτάσεων, στα αρμόδια Υπουργεία και την ΑΑΔΕ, οι οποίες προβλέπουν την χρηματοδότηση μιας σειράς ενεργειών, ώστε να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η Κρατική λειτουργία στο ζήτημα αυτό και να μπορέσει το σύστημα εισροών-εκροών να λειτουργήσει αποτελεσματικά και να παράξει τα αποτελέσματα για τα οποία σχεδιάσθηκαν και επενδύθηκαν τεράστια ποσά και από τους πρατηριούχους και από τις Εταιρίες.

Ο κλάδος δεν έτυχε καμίας ενίσχυσης από πλευράς Κράτους, για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας.

Κυρίαρχο θέμα, αποτελεί η παροχή πίστωσης στους δασμούς και φόρους που προκαταβάλλει ο κλάδος στον εκτελωνισμό των προϊόντων. Μια αποκατάσταση σε μια εντελώς άδικη υποχρέωση, η οποία υπάρχει μόνο στον κλάδο των καυσίμων, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε όλους τους κλάδους της οικονομίας.

Τέλος, υπάρχει το ζήτημα του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα.

Τα Κράτη υπέβαλλαν στις αρχές του 2020 τα Εθνικά Σχέδια για το ΕΣΕΚ στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και καθόρισαν τις οδούς μετάβασης, της ενέργειας που θα ακολουθήσουν. Όμως, όλα τα σχέδια και οι προτάσεις, έχουν υπολογιστεί σε συγκεκριμένες παραδοχές οικονομικής ανάπτυξης που είναι ξεπερασμένες, λόγω των σοβαρών απωλειών του ΑΕΠ, λόγω του COVID-19.

Η νέα οικονομική εποχή, θα πρέπει να οδηγήσει στην επανεξέταση των επενδυτικών σχεδίων, και των ενεργειακών υποδομών.

Αυτό θα εξαρτηθεί και από τα σχέδια ενίσχυσης της οικονομίας, που αναπτύσσονται και στην Ε.Ε. και στα Κράτη – Μέλη.

Συνεπώς και το Εθνικό σχέδιο της χώρας μας, πρέπει να επικαιροποιηθεί στον βαθμό που αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα της νέας οικονομικής κατάστασης.

Η θέση του ΣΕΕΠΕ και πριν τον COVID-19, ήταν ότι οι Εταιρίες Εμπορίας Πετρελαιοειδών δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν και να είναι υπόχρεες στα Καθεστώτα Επιβολής.

Η αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων και η απειλή τεράστιων προστίμων, απειλεί τη βιωσιμότητα του κλάδου.

Ο ΣΕΕΠΕ είχε υποβάλει μια σειρά εναλλακτικών προτάσεων, που έχουν εφαρμοστεί σε άλλες χώρες και διασφαλίζουν τον στόχο της Ενεργειακής Απόδοσης, χωρίς να απειλείται το μέλλον του κλάδου.

Το Κράτος, οφείλει να επανεξετάσει όλο τον σχεδιασμό του σύντομα και με σύνεση.

————–

*Ο Γιάννης Αληγιζάκης είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ)