(ΣΕΕΠΕ) Γιάννης Αληγιζάκης Αρκετές μικρομεσαίες εταιρείες του κλάδου πετρελαιοειδών δεν θα αντέξουν – Ως οικονομία θα πάμε πολύ πίσω

energypress.gr

Με μελανά χρώματα περιγράφει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ) Γιάννης Αληγιζάκης, μιλώντας στο energypress, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στον κλάδο λόγω της κρίσης του κορωνοϊού.

Με την κατανάλωση να έχει κατακρημνιστεί και την έλλειψη ρευστότητας να επιτείνεται, ο κ. Αληγιζάκης προτείνει, ως άμεσο μέτρο την παροχή πίστωσης στους δασμούς και τους φόρους, τους οποίους ο κλάδος των καυσίμων προπληρώνει.

Ο ίδιος εμφανίζεται απαισιόδοξος και για την ελληνική οικονομία ευρύτερα, εκτιμώντας ότι οι οικονομικές επιπτώσεις για την χώρα θα είναι ιδιαίτερα δυσμενείς και θα μας «γυρίσουν πίσω».

Ακολουθούν οι απαντήσεις του κ. Αληγιζάκη στα ερωτήματα που του θέσαμε:

Συνολικά για την ενεργειακή αγορά ποιοι είναι οι φόβοι σας για τις επιπτώσεις του κορωνοϊού;

Ο κλάδος των καυσίμων έχει επηρεασθεί σημαντικά μέχρι σήμερα. Είναι αυτονόητο ότι όσο εντείνονται τα περιοριστικά μέτρα, τόσο θα επιδεινώνεται η κατάσταση στην αγορά καυσίμων. 4 δις πολιτών σε όλο τον κόσμο είναι σε καραντίνα.

Η κατανάλωση βενζίνης έχει σχεδόν μηδενισθεί.  Το ίδιο ισχύει για την Ελλάδα, όπου η μείωση σήμερα αγγίζει το 70% και αναμένεται τους επόμενους μήνες να μειωθεί περαιτέρω φθίνοντας στο -80%. Το πετρέλαιο κίνησης λόγω των εσωτερικών μεταφορών, των αγροτικών καλλιεργειών, αλλά και των εργοταξίων που εξακολουθούν να λειτουργούν, παρουσιάζει μια μικρότερη μείωση της τάξης του 35%-40%.

Συνεπώς, η κατακόρυφη μείωση του τζίρου είναι η πρώτη σημαντική επίπτωση για τον κλάδο.

Η έλλειψη ρευστότητος είναι το δεύτερο μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι εταιρίες πετρελαίου.

Από τη στιγμή που απευθύνεται στο σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας και με δεδομένο ότι το 90% των επιχειρήσεων δεν μπορεί σήμερα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον κλάδο είναι ήδη πολύ μεγάλες.

Το πρόβλημα μεγεθύνεται, από τις σωστές παρεμβάσεις της Πολιτείας, για χορήγηση 75 ημέρες στις μεταχρονολογημένες επιταγές αυτών των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις στη ρευστότητα του κλάδου να είναι πλέον μη διαχειρίσιμες.

Μία άμεση κίνηση, η οποία θα μετρίαζε το πρόβλημα, είναι η παροχή πίστωσης στους δασμούς και τους φόρους, τους οποίους ο κλάδος των καυσίμων, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με οποιονδήποτε άλλο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, προκαταβάλλει.

Εάν αναλογισθούμε ότι μεγάλο τμήμα των δημοσιονομικών κενών καλύφθηκε από μια υπέρμετρη αύξηση στην φορολογία των καυσίμων, εύκολα συνειδητοποιούμε το μέγεθος του προβλήματος που υπάρχει, όταν καθημερινά ο κλάδος υποχρεούται να προκαταβάλλει τεράστια ποσά που αντιπροσωπεύουν το 70% του προϊόντος του, τα οποία θα εξοφληθούν σε ένα διάστημα που θα ξεπερνάει κατά πολύ τους 3 μήνες.

Λόγω της αβεβαιότητος του «βάθους της κρίσης», υπάρχει διάχυτη ανησυχία για τη βιωσιμότητα αρκετών εταιριών του κλάδου, οι οποίες είχαν προβεί σε μια σειρά σημαντικών επενδύσεων προκειμένου να προσαρμοσθούν στη νέα ενεργειακή αγορά που διαμορφώνεται…

Επενδύσεις που αφορούν είτε στο δίκτυο των πρατηρίων , είτε στην είσοδο σε νέες αγορές, όπως πχ. ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο, οι οποίες απαιτούν μεγάλα κεφάλαια και επί του παρόντος δεν δημιουργούν έσοδα στις εταιρίες.

Παράλληλα, σε ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση έχουν περιέλθει τα πρατήρια.  Ένας κλάδος που αντιμετωπίζει τις χρόνιες αρνητικές επιπτώσεις της παραβατικότητας και του αθέμιτου ανταγωνισμού, λόγω της αδυναμίας του Κράτους να ελέγξει το ζήτημα αυτό, με αποτέλεσμα η κερδοφορία του κλάδου να είναι οριακή, σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις μια πανδημίας που έκλεισε τον κόσμο στα σπίτια τους και οδήγησε τις πωλήσεις και τα έσοδα των πρατηρίων σχεδόν στο μηδέν.

Θα υπάρξουν δυστυχώς αρνητικές επιπτώσεις, με το κλείσιμο αρκετών μικρομεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες, ιδιαίτερα εάν η απομόνωση διαρκέσει πέραν του Ιουνίου, ή αν υπάρχει «δεύτερο κύμα» εξάπλωσης του ιού, δεν θα μπορέσουν να αντέξουν.
 

Θεωρείτε ότι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κληθούμε όλοι να κινηθούμε μετά την κρίση, επιτρέπει αισιοδοξία και προσδοκίες;

Ο κόσμος σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή υγειονομική κρίση η οποία εξελίσσεται σε μια ανυπολόγιστη οικονομική και κοινωνική κρίση.

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σήμερα και κυρίως να ποσοτικοποιήσουμε τις επιπτώσεις αυτές.

Εξαρτώνται από την διάρκεια της κοινωνικής απομόνωσης, των πολιτών, την διάρκεια της μεταβατικής περιόδου άρσης των περιοριστικών μέτρων, την εποχικότητα του ιού, την δυνατότητα ανακάλυψης φαρμάκου – εμβολίου, αλλά και από τον βαθμό χρονικού συγχρονισμού της κορύφωσης εξάπλωσης του ιού στην κοινότητα σε διαφορετικές χώρες.

Μία σειρά από πολλές και απρόβλεπτες προϋποθέσεις που οδηγούν σε αδυναμία μιας αξιόπιστης εκτίμησης, αλλά και σε εβδομαδιαίες προσαρμογές των όποιων προβλέψεων.

Ποιο θα είναι το μέγεθος της ύφεσης;

Ποιο το ποσοστό της ανεργίας;

Πότε θα ανακάμψει η οικονομία;

Ποια θα είναι η επίπτωση σε κάθε κλάδο ξεχωριστά;

Η Ελλάδα μετά από μια πρωτοφανή δεκαετή οικονομική κρίση, καλείται να αντιμετωπίσει μια ανάλογη κρίση.  Κατά πολλούς μεγαλύτερη, το πιθανότερο βαθύτερη και με μεγαλύτερη ένταση, αλλά μικρότερης διάρκειας της προηγούμενης.

Η Ελλάδα, προερχόμενη από την οικονομική κρίση του 2010-2019, έχει περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο για άσκηση μιας ενεργούς δημοσιονομικής πολιτικής.

Έχει ένα τραπεζικό σύστημα που ταλαιπωρείται από το υψηλότερο ποσοστό δανειακών επισφαλειών στην Ευρωζώνη, ενώ διατηρεί και σήμερα, παρά τις βελτιώσεις, το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ευρωζώνη.

Συνεπώς σε σχέση με τα υπόλοιπα Κράτη, ξεκινάει από διαφορετική αφετηρία και έχει επίσης την ιδιαιτερότητα το ΑΕΠ της χώρας να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον τουρισμό, το εμπόριο και τις μεταφορές (κοντά στο 30%), κλάδοι που έχουν πληγεί περισσότερο από τον COVID-19 και θα αντιμετωπίσουν πολύ μεγάλα προβλήματα μεσοπρόθεσμα την «επόμενη ημέρα».

Συνεπώς, οι οικονομικές επιπτώσεις για την χώρα εκτιμώ θα είναι ιδιαίτερα δυσμενείς και θα μας «γυρίσουν πίσω», έστω και προσωρινά, σε ό,τι αφορά την αναπτυξιακή και επενδυτική πορεία, αντιστρέφοντας τη σημαντική πρόοδο που είχε συντελεσθεί αλλά και την θετική προοπτική που είχε διαμορφωθεί.

Σε όλη αυτή την ιδιαίτερα απαισιόδοξη περίοδο που βιώνουμε, είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό και ελπιδοφόρο ότι ο πολίτης συνειδητοποιεί στη δύσκολή του καθημερινότητα ότι υπάρχει Κράτος. Ο εξαιρετικός τρόπος που το Ελληνικό Κράτος, σε αντίθεση με αρκετά Κράτη στον παγκόσμιο χάρτη, αντιμετώπισε αποτελεσματικά την υγειονομική κρίση, παίρνοντας έγκαιρα τα σωστά μέτρα και αποτρέποντας την κατάρρευση του αδύναμου υγειονομικού συστήματος της χώρας , δίνει μεγάλης ελπίδα αισιοδοξίας ότι το Κράτος, λειτουργώντας με την ίδια συνέπεια, θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα της «επόμενη ημέρα».
 

Ποια είναι η εντύπωσή σας για τη διαχείριση της κρίσης στη χώρα μας. Για παράδειγμα, ως κλάδος βρήκατε από την πολιτεία ευήκοα ώτα ώστε να βρεθούν άμεσες λύσεις σε άμεσα προβλήματα;

Η διαχείριση της κρίσης, από πλευράς Κράτους σε ό,τι αφορά την υγειονομική ετοιμότητα, κρίνεται από όλους απολύτως επιτυχής.

Τα δημοσιονομικά μέτρα που εφάρμοσε η κυβέρνηση ύψους 6,8 δις (3,5% του ΑΕΠ) αποτελούν ισχυρή επιβραδυντική δύναμη της ύφεσης.

Είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε όλοι τις πραγματικές δυνατότητες του Κράτους και τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα που δημιουργεί η κρίση.

Χρειάζεται να παρουσιάσουμε ένα ολοκληρωμένο, ρεαλιστικό και ρηξικέλευθο σχέδιο εξόδου.  Να κατανεμηθεί δίκαια το κόστος στην κοινωνία.

Όμως συγχρόνως να γνωρίζουμε ότι με τις παρούσες συνθήκες δεν αντέχει η χώρα, μηνιαία δημοσιονομικά ελλείμματα ύψους 6 δις, διότι απλούστατα σύντομα θα εξαφανισθούν και τα αποθέματα ρευστών που σχηματίσαμε και η «επόμενη ημέρα» για την εθνική οικονομία και ανασυγκρότηση θα είναι πολύ πιο δύσκολη και επισφαλής.
 

Πιστεύετε ότι η επιχειρηματική κοινότητα της χώρας μας ανταποκρίθηκε στο ρόλο της; Στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων;

Είναι σημαντικό σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, της οποίας οι δυνατότητες για ουσιαστικές παρεμβάσεις είναι περιορισμένες, να ανταποκριθεί ο ιδιωτικός τομέας και να έλθει σαν ουσιαστικός αρωγός στην προσπάθεια αυτή.

Ένας πολύ μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων, παρά το τεράστιο οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, ανταποκρίθηκαν με πολύ ουσιαστικές ενέργειες αποδεικνύοντας πόσο αναγκαία είναι η αλληλεγγύη και το αίσθημα της Κοινωνικής Ευθύνης σε κρίσεις σαν αυτή που ζούμε σήμερα.
 

Πως αξιολογείτε τον τρόπο που η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει το μεγάλο πρόβλημα χρηματοδότησης των πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης;

Η σημερινή κρίση της πανδημίας είναι μια εξωγενής κρίση. Το πρόβλημα αφορά όλους αδιακρίτως.

Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που η συνοχή της θα αμφισβητηθεί, αν δεν υιοθετηθούν τολμηρές πολιτικές αλληλεγγύης και κοινής συμπόρευσης. Θα απαιτηθούν εξωσυμβατικά εργαλεία και θα αποτελέσει τεράστιο πρόβλημα για την Ευρώπη, αν μείνουμε προσηλωμένοι σε συμβατικές λύσεις και εργαλεία εντός του ισχύοντος Ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, όπως πχ. η πρόταση προσφυγής κρατών-μελών με ανάγκη χρηματοδοτικής βοήθειας στους μηχανισμούς του ESM με παράλληλη υιοθέτηση δημοσιονομιών μέτρων (μνημόνιο).

Δεν αντιμετωπίζεται η κρίση με «όρους Ελλάδος». Όλες οι χώρες είμαστε σε ένα «κοινό καράβι» και εθελοτυφλούν όσες χώρες και κυβερνήσεις δεν το αντιλαμβάνονται και επιδιώκουν εθνικές στρατηγικές επιβίωσης.

Όλοι έχουν να χάσουν από ιδιοτελείς εθνικές στρατηγικές απομονωτισμού και μειωμένης αλληλεγγύης.