ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

“Καμπανάκι” για τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα καύσιμα

https://www.news247.gr/oikonomia/kampanaki-gia-toys-eidikoys-foroys-katanalosis-sta-kaysima.9924351.html

Συνδυαστικά, σε καθένα ευρώ φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων αντιστοιχούν πάνω από 2,5 ευρώ φόρων κατανάλωσης, και αυτή η αναλογία σπάνια γίνεται ευθέως αντιληπτή από τους φορολογούμενους πολίτες.

Ιδιαίτερα αυξημένοι είναι οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης στα καύσιμα, κάτι που επιβαρύνει την τιμής τους, αναφέρει μελέτη από το Ινστιτούτο Ερευνών της ΓΣΕΕ με τίτλο “Η άνιση κατανομή του φορολογικού βάρους στα νοικοκυριά στην Ελλάδα”.

"Καμπανάκι" για τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα καύσιμαsooc

Συγκεκριμένα, που εκπονήθηκε από την Καθηγήτρια του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ κ. Γεωργία Καπλάνογλου και εξετάζει τη μεταβολή του φορολογικού βάρους των νοικοκυριών από το 2008 μέχρι το 2019, εστιάζοντας στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και στους έμμεσους φόρους.

Όπως σημειώνει η μελέτη, “ξεκινώντας από τις μεταβολές των συντελεστών των έμμεσων φόρων, οι φόροι ως ποσοστό της λιανικής τιμής των αγαθών μεταξύ του 2008 και του 2014 αυξήθηκαν σε όλες τις κατηγορίες (πλην των ξενοδοχείων), οι αυξήσεις όμως δεν ήταν ενιαίες. Ορισμένες κατηγορίες αγαθών, όπως η ένδυση και η υπόδηση, τα αγαθά οικιακής χρήσης (διαρκή και μη) και η αναψυχή επηρεάστηκαν μόνο από την αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ από 19% σε 23%.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις παρατηρούνται στα οινοπνευματώδη ποτά, στον καπνό και στην ενέργεια (ηλεκτρισμό και καύσιμα κίνησης και θέρμανσης), καθώς σχεδόν διπλασιάστηκαν οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης στα αγαθά αυτά.

Ακραίο παράδειγμα αποτελεί το πετρέλαιο θέρμανσης, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο οποίο αυξήθηκε από 21 ευρώ σε 330 ευρώ το χιλιόλιτρο. Την ίδια περίοδο, η εστίαση μετακινήθηκε από τον μειωμένο στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ, γεγονός που εξηγεί τη μεγάλη αύξηση στον σχετικό φορολογικό συντελεστή” σημειώνει η μελέτη.

Παράλληλα αναφέρει ότι “ο πρακτικός λόγος για τον οποίο τέτοιοι φόροι είναι δημοφιλείς στις κυβερνήσεις είναι η σχετική διοικητική ευχέρεια εφαρμογής τους, καθώς οι φορολογικές αρχές είναι εύκολο να εντοπίσουν τα συγκεκριμένα προϊόντα, τα οποία συνήθως παράγονται από έναν μικρό αριθμό παραγωγών”.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, “οι περισσότεροι από τους ΕΦΚ στα καύσιμα και στην ενέργεια είναι σημαντικά υψηλότεροι από τα ελάχιστα όρια που έχει θέσει η ΕΕ. Συγκριτικά με άλλες χώρες της ΕΕ, o ΕΦΚ στην αμόλυβδη βενζίνη είναι στην Ελλάδα ο 4ος υψηλότερος μετά την Ολλανδία, τη Φινλανδία και την Ιταλία (στοιχεία 1.7.22). Αντίστοιχα, η Ελλάδα ανήκει στη δεκάδα των χωρών της ΕΕ με την υψηλότερη φορολόγηση του πετρελαίου θέρμανσης. Δεν συμβαίνει το ίδιο με το πετρέλαιο κίνησης, την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, στα οποία ο ΕΦΚ κινείται σε σχετικά χαμηλότερα όρια συγκριτικά με πολλές άλλες χώρες της ΕΕ.

Βέβαια, ειδικά στην περίπτωση των ενεργειακών προϊόντων οι συγκρίσεις των φορολογικών συντελεστών δίνουν μερική μόνο εικόνα της σχετικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών, καθώς οι προ φόρων τιμές των προϊόντων αυτών δεν είναι ενιαίες σε όλες τις χώρες και, επιπλέον, τα προϊόντα αυτά επιβαρύνονται και με ΦΠΑ, ο οποίος επίσης διαφοροποιείται μεταξύ των χωρών” σημειώνει η μελέτη.

“Συμπερασματικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις οι συντελεστές όλων των έμμεσων φόρων, είτε πρόκειται για τον ΦΠΑ είτε για Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, αυξήθηκαν σημαντικά κατά τη δεκαετία των μνημονίων. Αυτό εξηγεί και την κατακόρυφη αύξηση του μεριδίου του ΑΕΠ που καταλαμβάνουν τα έσοδα από την έμμεση φορολογία στο ίδιο χρονικό διάστημα”.

“Συνδυαστικά, σε καθένα ευρώ φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων αντιστοιχούν πάνω από 2,5 ευρώ φόρων κατανάλωσης, και αυτή η αναλογία σπάνια γίνεται ευθέως αντιληπτή από τους φορολογούμενους πολίτες. Ο φορολογούμενος από το εκκαθαριστικό της φορολογικής του δήλωσης αποκτά άμεση γνώση του συνόλου του φόρου εισοδήματος που έχει καταβάλει στο κράτος, ενώ το ίδιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση των φόρων κατανάλωσης, οι οποίοι ενσωματώνονται στις τιμές των προϊόντων και είναι πρακτικά αδύνατο να υπολογιστούν από τον φορολογούμενο σε ετήσια μάλιστα βάση.

Οι αναδιανεμητικές συνέπειες, επομένως, των φόρων κατανάλωσης είναι πολύ δύσκολο να ανατραπούν από άλλα φορολογικά εργαλεία” υπογραμμίζει η έκθεση.